Skip directly to content

Ο καπνιστης στην εποχη του COVID-19

Είναι γνωστό ότι το κάπνισμα αποτελεί τον πλέον ευρέως διαδεδομένο τροποποιήσιμο παράγοντα κινδύνου καρδιαγγειακής και πνευμονικής νοσηρότητας που αφορά τον τρόπο ζωής, και, σύμφωνα με στοιχεία από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (Π.Ο.Υ.), ενέχεται για περισσότερους από 7.000.000 θανάτους κάθε έτος ανά τον κόσμο. Στο φάσμα των νόσων στις οποίες το κάπνισμα αυξάνει την επιρρέπεια έχει δειχτεί ότι περιλαμβάνονται και ποικίλες ιογενείς λοιμώξεις, συμπεριλαμβανομένης και της γρίπης. Προϊούσης της πανδημίας COVID-19, λοιπόν, είναι αναμενόμενο το κάπνισμα να έχει αποτελέσει επίκεντρο επιστημονικού ενδιαφέροντος ως προς το ενδεχόμενο συσχέτισής του με την πιθανότητα προσβολής από τον ιό SARS-CoV-2 ή τη βαρύτητα της λοίμωξης.

Επειδή είμαι καπνιστής θα μολυνθώ πιο εύκολα από COVID-19;

Αν και εξακολουθούν να αναμένονται περισσότερα δεδομένα σχετικά με το κατά πόσο –εκτός από τη βαρύτητα της λοίμωξης- η καπνιστική συνήθεια συνοδεύεται και με αυξημένη πιθανότητα προσβολής από τον ιό SARS-CoV-2, είναι γνωστό ότι τα άτομα που καπνίζουν έχουν περισσότερες «πύλες εισόδου» του ιού στο αναπνευστικό τους σύστημα. Συγκεκριμένα, το μόριο του ενζύμου ACE2, το οποίο ο ιός χρησιμοποιεί ως θέση πρόσδεσης στην επιφάνεια των κυττάρων, έχει βρεθεί ότι εκφράζεται περισσότερο στους καπνιστές, γεγονός που πιθανά τους καθιστά πιο ευάλωτους για νόσηση. Επιπλέον, ο Π.Ο.Υ. εστιάζει και στην επαφή των δακτύλων των χεριών με τα χείλη που πραγματοποιείται κατά το κάπνισμα, η οποία μπορεί να ευοδώσει τη μετάδοση του ιού στο αναπνευστικό σύστημα από μολυσμένες επιφάνειες, μέσω των χεριών.

Πέραν, όμως, της άμεσης επίπτωσης της καπνιστικής συνήθειας στην πιθανότητα προσβολής ή σοβαρής νόσησης από COVID-19, είναι σκόπιμο να δοθεί έμφαση και στα εξής:

  1. Οι καπνιστές διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης απειλητικών για τη ζωή καρδιαγγειακών συμβαμάτων. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στη δύσκολη περίοδο που διάγουμε, αφού το σύστημα υγείας είναι καθ’ υπεροχήν επικεντρωμένο στις προσπάθειες περιορισμού της εξάπλωσης της νόσου COVID-19, με αποτέλεσμα –δεδομένης και της προσωρινής διακοπής της λειτουργίας των τακτικών ιατρείων και της διενέργειας μη επειγουσών ιατρικών διαγνωστικών εξετάσεων και θεραπευτικών πράξεων, αλλά και της νόσησης ικανού αριθμού επαγγελματιών υγείας- οι υπηρεσίες υγείας που αφορούν την καρδιαγγειακή φροντίδα να είναι αποδυναμωμένες.
  2. Ένα σημαντικό ποσοστό των προσελεύσεων στα τμήματα επειγόντων περιστατικών (Τ.Ε.Π.) σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα με το κάπνισμα. Κάθε επαφή με το περιβάλλον του Τ.Ε.Π., όμως, εν μέσω της πανδημίας, ενέχει τον κίνδυνο της προσβολής από τον ιό SARS-CoV-2.
  3. Η ίδια η ανάγκη για αναζήτηση προϊόντων καπνού μπορεί να συνεπάγεται επαφή με εν δυνάμει φορείς του ιού, η οποία θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί.

Με δεδομένο, όμως, ότι το αποτέλεσμα της διακοπής του καπνίσματος ως προς τη μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου είναι ορατό από πολύ νωρίς, η γνώση των  ανωτέρω οφείλει να αποτελεί ένα ισχυρότατο κίνητρο για τα άτομα που καπνίζουν στην προσπάθεια διακοπής της επιβλαβούς αυτής συνήθειας.  Πράγματι, η διακοπή του καπνίσματος μπορεί να μεταφραστεί όχι μόνο σε πρόληψη οξέων απειλητικών για τη ζωή καρδιαγγειακών επεισοδίων σε μια χρονική συγκυρία μη ευνοϊκή για τη βέλτιστη θεραπευτική αντιμετώπισή τους, αλλά και σε μείωση της πιθανότητας ανάγκης για επίσκεψη σε νοσηλευτικά ιδρύματα –και επομένως μείωση του κινδύνου προσβολής από τον ιό SARS-CoV-2 με έναν ακόμη τρόπο.

Αν νοσήσω με COVID-19 θα νοσήσω βαρυτέρα επειδή είμαι καπνιστής;

Ενώ η έρευνα προς την κατεύθυνση αυτή συνεχίζεται, θα πρέπει να τονιστεί ότι οι μέχρι τώρα υπάρχουσες ενδείξεις συνηγορούν υπέρ ύπαρξης συσχέτισης του καπνίσματος με τη βαρύτητα των συμπτωμάτων και τη θνητότητα της λοίμωξης COVID-19 στους προσβληθέντες ασθενείς. Ειδικότερα, άξια αναφοράς είναι τα ευρήματα μιας συστηματικής ανασκόπησης 5 μελετών που αφορούσαν τα χαρακτηριστικά μεγάλων σειρών ασθενών που νόσησαν από COVID-19, σύμφωνα με τα οποία οι καπνιστές φαίνεται να διατρέχουν 1,4 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο για ανάπτυξη σοβαρών συμπτωμάτων σε σχέση με τους μη καπνιστές, ενώ η πιθανότητα εισαγωγής σε μονάδα εντατικής θεραπείας (Μ.Ε.Θ.), ανάγκης για μηχανική υποστήριξη της αναπνοής ή θανάτου σε περίπτωση νόσησης  εκτιμήθηκε πως ήταν 2,4 φορές μεγαλύτερη στους ασθενείς των σειρών αυτών που κάπνιζαν. Επίσης, είναι γνωστό ότι το κάπνισμα κατέχει σημαντικό ρόλο στους παθογενετικούς μηχανισμούς σοβαρών χρονίων νοσημάτων που καθιστούν τους ασθενείς επιρρεπείς σε σοβαρή νόσηση από COVID-19, όπως η στεφανιαία νόσος, η περιφερική αγγειοπάθεια, η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια και ένας μεγάλος αριθμός νεοπλασιών.

Συμπερασματικά, ο καπνιστής στην εποχή του COVID-19 είναι σαφές ότι  διατρέχει αυξημένο κίνδυνο δυσμενών συμβαμάτων, σχετιζομένων ή μη με τον ιό SARS-CoV-2. Η μετρίαση του κινδύνου αυτού, όμως, εξαρτάται από τον ίδιο. Και, το σημαντικότερο, το όφελος από τη διακοπή του καπνίσματος δεν θα περιοριστεί στη χρονική διάρκεια της πανδημίας, αλλά θα τον συνοδεύει για όλη του τη ζωή.

Κοχιαδάκης Γεώργιος

Καθηγητής Καρδιολογίας

Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου

PP-PFE-GRC-0544-MAY20